14 . - Η ΓΛΥΚΥΤΗΣ ΤΗΣ ΚΛΟΠΗΣ
Τότε είδα είδα ένα άνθρωπον να κάθηται εις το μέσον του Δρό-
μου και να τρώγη μίαν τροφήν , που δεν την εχόρταινε .
- Τρώγεις , τρώγεις , του λέγω , αλλά δεν βλέπω και να
χορταίνης , ούτε και να αισθάνεσαι το στομάχι σου βαρύ .
Μου απήντησε , χωρίς να διακόψη το έργον του :
- Είνε πολύ γλυκεία η τροφή μου και κανείς δεν την χορ-
ταίνει , όταν την απόκτήση όπως εγώ .
Την απάντησιν αυτήν ήκουσεν ένα πλήθος από εκείνους
τους ανθρώπους , που κατέκτειντο ψυχοραγούντες εις την κατα-
ραμένην άκραν του Δρόμου , - τους Τιμίους .
Και εφώναξαν όλοι , μισοσηκωμένοι εις τον αγκώνά των ,
που μόλις τους εκρατούσε :
- Πρόσεξε ! ο άθλιος αυτός ροκανίζει καρπόν κλοπής .
Τότε παράδοξον φαινόμενον επαρουσιάσθη εμπρός μου .
Ο άνθρωπος ησθάνθη επανάστασιν εις το στομάχι του και
ήρχισε να εξεμή την γλυκείαν και χωνευτικήν τροφήν του .
- Τι συμβαίνει , δυστυχισμένε ; ηρώτησα δηλητήριον έτρω-
γες και δεν το εκαταλάβαινες ;
΄Εβαλε τρομεράς κραυγάς και τον είδα να σφαδάζη από
πόνους οξείς .
Και επερίμενα να τον ιδώ νεκρόν , ότε έξαφνα μ'ερωτά :
- Εξανάπεσαν πάλιν κάτω εκείνοι , που ονομάζονται
<< τίμιοι >> ;
- Ναι δεν φαίνονται πλέον . Τι συμβαίνει ; Διατί υποφέ -
ρεις τόσον πολύ , αλλά χωρίς να πεθαίνης ;
- Και διατί να πεθάνω , τώρα που δεν ηξεύρει πάλιν κα -
νείς τι τρώγω ; Ορίστε ! φάγε και συ και μη λέγης εις κανένα
τι είδες .
Εδέχθην την προσφερομένην μερίδα και εδοκίμασα να φά -
γω , αλλά την έπτυσα αμέσως .
- Είναι πικρή , του είπα , και ξινή .
- ΄Εχεις δίκαιον , διότι σου επρόσφερα εγώ . Πλησί -
ασε τώρα κρυφά και κλέψε την μόνος σου . Εγώ θα προσποιού -
μαι πως δεν σε βλέπω .
Επλησίασα σιγά σιγά , επρότεινα το ράμφος , έκλεψα ολί -
γον και έφαγα .
Περίεργον ! ήτο η ιδία τροφή , αλλά πόσον γλυκεία και χω -
νευτική ήτο τώρα !
Τότε εκατάλαβα την ηθικήν ποιότητα του ανθρωπίνου στο -
μάχου . Ημπορεί να εξεμέση από αηδίαν την αμβροσίαν των θε-
ών , εάν ήνε ιδική του , και να χωνεύση το κώνειον , αρκεί να είνε
΄Εβαλε τρομεράς κραυγάς και τον είδα να σφαδάζη από
πόνους οξείς .
Και επερίμενα να τον ιδώ νεκρόν , ότε έξαφνα μ'ερωτά :
- Εξανάπεσαν πάλιν κάτω εκείνοι , που ονομάζονται
<< τίμιοι >> ;
- Ναι δεν φαίνονται πλέον . Τι συμβαίνει ; Διατί υποφέ -
ρεις τόσον πολύ , αλλά χωρίς να πεθαίνης ;
- Και διατί να πεθάνω , τώρα που δεν ηξεύρει πάλιν κα -
νείς τι τρώγω ; Ορίστε ! φάγε και συ και μη λέγης εις κανένα
τι είδες .
Εδέχθην την προσφερομένην μερίδα και εδοκίμασα να φά -
γω , αλλά την έπτυσα αμέσως .
- Είναι πικρή , του είπα , και ξινή .
- ΄Εχεις δίκαιον , διότι σου επρόσφερα εγώ . Πλησί -
ασε τώρα κρυφά και κλέψε την μόνος σου . Εγώ θα προσποιού -
μαι πως δεν σε βλέπω .
Επλησίασα σιγά σιγά , επρότεινα το ράμφος , έκλεψα ολί -
γον και έφαγα .
Περίεργον ! ήτο η ιδία τροφή , αλλά πόσον γλυκεία και χω -
νευτική ήτο τώρα !
Τότε εκατάλαβα την ηθικήν ποιότητα του ανθρωπίνου στο -
μάχου . Ημπορεί να εξεμέση από αηδίαν την αμβροσίαν των θε-
ών , εάν ήνε ιδική του , και να χωνεύση το κώνειον , αρκεί να είνε
κλεμμένον .
ΠΟΛ . Τ . ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ
( POL ARCAS )
ΕΚΔΟΣΕΙΣ :
ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΡΕΥΝΑ
σ . 46-47