Η ΄Ανοιξη βομβαρδισμένη
απ' τα έγχρωμα κουνούπια του Demerara
.

Ο ΄Ηλιος διαβάζει ποιητικά

περιττώματα στη Σόλωνος


Η διανόηση χειροκροτεί

υποτακτικές κυβερνήσεις

και


η ποιητική νομενκλατούρα
θ' αποφανθεί :

Διογένη Γαλήνη
δεν είσαι ποιητής

21.05.2012

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελένη Βακαλό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελένη Βακαλό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 27 Ιουνίου 2012

Ελένη Βακαλό




Ο ΤΡΟΠΟΣ ΝΑ ΚΙΝΔΥΝΕΥΟΥΜΕ

( απόσπασμα )


Κατοικημένη που δεν είμαι ερημιά

Στη διασταύρωση των εντόμων
Και εκείνων απ'τα πουλιά που όταν τρέφονται ανεβαίνουν και τα άλλα
έρχονται με το γρήγορο γύρισμα χαμηλά
Ακούς . Των παλιών πληθυσμών οι προσκλήσεις
Είν 'οι οδοί σκοτεινοί , οι δίαυλοι που σίγουρα υπάρχουν
Την επίβλεψη για το έργο , για τη διάσωση των νερών
Από πόρους υπόγειους , περάσματα δύσκολα χτυπώντας τους βάτους
Ανακαλώ . Στο άγριο μου σώμα αναγκάζω , παρακαλώ
Τρυπημένο απ'τον άνεμο των πουλιών όταν πέρασαν , φαγωμένο ,
γεμάτο διαβάσεις
Της επικοινωνίας μου με το νερό

Κι η ψυχή μου ανεβαίνει μαζί με το θάνατο του σώματος
Που γρήγορα ο χτύπος του κύματος από μέσα απαίσιας θάλασσας
θα γίνει

Μπορεί να μην τον ακούει τ'αυτί
Μα είν 'ολόκληρος τρόμος χαμού που φουσκώνει τ'ανέβασμα της
ψυχής

Κι ήρθ 'η θάλασσα με το μέρος μου τότε
Μ'αντάμωσε
΄Ηταν έτοιμη κοίτη στο σώμα μου ησυχία τώρα βαθειά 

Είχε περάσει σε μεγάλες ριπές ο αέρας νύχτες πολλές
Το σκοτάδι κινούσε . Παράφορα κουβαλούσε από παντού μυρωδιές
Στα πλευρά μου άνοιγε κήπους . ΄Εβλεπες άλλες φορές τοπία
θαλασσινά
Δροσεροί στις όχθες τους ξάπώναν όσοι θυμόμαστε
Δεν καίγονται , δεν μαραίνονται
Τότε ανάβρύζαν πηγές
Από τη μια γλυκό κυλούσε νερό ως μέσα στη θάλασσα προχωρών-
τας σε ήσυχους δρόμους
Εκεί όταν είναι οι μέρες καλές πιο κρύο σαν κολυμπάς αισθάνεσαι
το νερό
Κι όπως σε πλάκα μαρμάρινη αν σταθείς απόγεύμα του καλοκαιριού
Όντας εσύ πιο ζεστός , εκείνη στη σκιά και στα χόρτα κρυμένη
Μιαν άλλη ανάσα θαρρείς πως περνά
Κι ανάπαυση σε τραβά και τρόμος σε διώχνει .
΄Ετσι αισθάνεσαι όταν τα ρεύματα αυτά συναντάς .
Π.Π.Α
Σελίς 1209


Πέμπτη 31 Μαΐου 2012

Ελένη Βακαλό : Το σπίτι Ι & ΙΙ


https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEjujbFzpWE5g4RPSQIev8bRnMtybMkzOjm8OWfu1kqVGolRmjBihLTkhuhc8gi-YADWwmSSUVWTGK346mq_u0kAXdI9QkerpQLoaucWEp9yUeywKIxB9I0zzL8vqYZ-OpmfktY1lEZFErjZ/s1600/%CE%92%CE%92%CE%92%CE%92%CE%92%CE%92%CE%92%CE%92%CE%92%CE%92%CE%92%CE%92%CE%92%CE%92%CE%92%CE%92%CE%92%CE%92%CE%92%CE%92%CE%92%CE%92%CE%92%CE%92%CE%92%CE%92%CE%92%CE%92%CE%92%CE%92%CE%92%CE%92%CE%92%CE%92%CE%92%CE%92%CE%92%CE%92%CE%92%CE%92%CE%92%CE%92%CE%92.jpg


Το σπίτι Ι


΄Οταν τελείωσε το χτίσιμο του σπιτιού ο αρχιτέκτονας έβαλε
μια γέφυρα ξύλινη από τον ένα τοίχο στον άλλο σαν αυτές που
ρίχνουν τα πλοία σαν έρχονται ή σα φεύγουν και φοβάσαι πάντα
μην πέσεις . Την κρέμασε απ' τα δοκάρια του ταβανιού με αλυ-
σίδες χοντρές και έναν κρίκο μεγάλο στην κάθε γωνιά και μας
είπε '' Εδώ θα ζείτε '' .
Οι άλλοι στέκονταν στην άκρη της αποβάθρας και μου δίνανε
το κάθε πράμα με τη σειρά .
Το ρολόι το κρέμασα στον τοίχο
Τικ τακ
Τον καθρέφτη τον κάρφωσα στον τοίχο
Τικ τακ
Την εικόνα την έσπασα
Κι έκλαψα
Το τραπέζι το έστρωσα
Με τραπεζομάντιλο λινό
΄Υστερα έκλεισα την πόρτα και άναψα φωτιά .
Προσπάθησα να μά θω να περπατώ πάνω στη γέφυρα χωρίς
να σκύβω με τα τέσσερα χωρίς να κρατιέμαι από τα κάγκελα
και χωρίς να κάνω ζημιές για να μη φοβώνται τα παιδιά . Το
βράδυ όταν κοιμότανε άνοιγα το παράθυρο και κοίταζα τα φώ-
τα του λιμανιού .


Το σπίτι ΙΙ


Στο σπίτι μέσα είχε κάτι πράματα που δεν τα άγγιξα ποτέ .
΄Ηταν μια λίμνη που έπρεπε να κάνω τον κύκλο της για να
περάσω απ' την άλλη μεριά . Σαν έσκυβα θα με τραβούσε στο
βυθό .

Ο άγγελος είπε
Να μη κοιτάξετε την πόλη της Σιών .

Τότε άρχισα να τραγουδώ δυνατά για να μη φοβάμαι όταν
έμενα μόνη μου και να μην τύχει και ραγίσει το φράγμα πουθε-
να . ΄Ολη τη μέρα μάζευα τα ψάρια που πηδούσαν απ' το νερό
τα έδενα σε μικρές αρμαθιές , και τα κρεμούσαν στον τοίχο προ-
σεχτικά γιατί έπρεπε να φυλάξω το σπίτι μας απ ' το κακό .

Το βράδυ όταν γυρνούσαν οι άλλοι δεν έλεγα τίποτα γιατί τότε
πια δεν ανεβαίνουνε τα νερά . Μου άρεσε μάλιστα να τους κοι-
τάω που ήταν ήσυχοι και δεν ήξεραν . Μόνο ο άντρας μου με
κοίταζε καμιά φορά .


Τα εκατό καλύτερα
Ελληνικά ποιήματα