Η ΄Ανοιξη βομβαρδισμένη
απ' τα έγχρωμα κουνούπια του Demerara
.

Ο ΄Ηλιος διαβάζει ποιητικά

περιττώματα στη Σόλωνος


Η διανόηση χειροκροτεί

υποτακτικές κυβερνήσεις

και


η ποιητική νομενκλατούρα
θ' αποφανθεί :

Διογένη Γαλήνη
δεν είσαι ποιητής

21.05.2012

Δευτέρα 3 Σεπτεμβρίου 2012

Charles Baudelaire






Ο «καταραμένος ποιητής» Charles Baudelaire


Στις 31 Αυγούστου του 1867, σε ηλικία 46 ετών, φεύγει από τη ζωή ο Γάλλος ποιητής, μεταφραστής και κριτικός τέχνης, Charles Baudelaire. Το έργο του ποιητή της θρυλικής συλλογής Τα άνθη του κακού είχε τεράστιο αντίκτυπο στον γαλλικό συμβολισμό. Επιπλέον, ο Baudelaire υπήρξε μεγάλος θαυμαστής του έργου του Edgar Allan Poe στη Γηραιά Ήπειρο, το οποίο και διαδόθηκε σε αυτή τη μεριά του πλανήτη χάρη στις μεταφράσεις του «καταραμένου ποιη
τή», όπως αποκαλείται.

Ο Baudelaire για ορισμένους αποτελεί την κριτική και τη σύνθεση του ίδιου του Ρομαντισμού, για άλλους είναι ο θεμελιωτής του συμβολισμού και για άλλους, αμφότερα. Ο Baudelaire θεωρείται επίσης ο πατέρας του πνεύματος της παρακμής με στόχο τον σκανδαλισμό της αστικής τάξης. Όλοι πάντως συμφωνούν στο ότι το έργο του άνοιξε το δρόμο για την σύγχρονη ευρωπαϊκή ποίηση. Με επιρροές όπως οι Théophile Gautier, Joseph de Maistre (για τον οποίο είπε ότι του έμαθε να σκέφτεται) και τον Edgar Allan Poe, με τη μετάφραση του έργου του οποίου ασχολήθηκε εκτενώς, τον «ποιητή-ζωγράφο» Eugène Delacroix και τον Édouard Manet, ο ποιητής κατόρθωσε να συνυφάνει στο έργο του την ομορφιά και την σατανική κακία, τη βία και την ηδονή, τη φρίκη και την έκσταση, τη μελαγχολία και το σκοτεινό χιούμορ, τη νοσταλγία και την αίσθηση της κατάρας που κατατρέχει το ανθρώπινο είδος.

«Η πρωταρχική απασχόληση του καλλιτέχνη είναι να αποκαταστήσει τον άνθρωπο στην φύση, ώστε να επαναστατήσει εναντίον της. Αυτή η επανάσταση δεν λαμβάνει χώρα ψυχρά, ως κάτι το δεδομένο, σαν να ήταν κάποιος κώδικας ή ρητορική. Λαμβάνει χώρα παρορμητικά και αφελώς, ακριβώς όπως η αμαρτία, όπως το πάθος, όπως η επιθυμία», εξήγησε ο ίδιος για τις πλάνες του ρεαλισμού. Περιγράφοντας τον Ρομαντισμό, είπε: «Ο ρομαντισμός δεν βρίσκεται ούτε στην επιλογή του θέματος ούτε στην ακριβή αλήθεια, αλλά περισσότερο σε έναν τρόπο να αισθάνεσαι τον κόσμο». Επιπλέον, ο Baudelaire αρθρώνει την θεμελιώδη αρχή της σύγχρονης αισθητικής: «Το Ωραίο πάντα θα είναι παράξενο. Δεν λέω ότι θα είναι παράξενο εκούσια και ψυχρά, διότι τότε δεν θα ήταν παρά ένα τέρας που ξεπήδησε μέσα από τις ατραπούς της ζωής. Λέω απλώς ότι πάντα θα ενέχει ένα στοιχείο παραδοξότητας, όχι ηθελημένης αλλά υποσυνείδητης. Και σε αυτήν την παραδοξότητα θα έγκειται και το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό που θα το καθιστά ωραίο».

Το γνωστότερο έργο του σήμερα είναι τα Άνθη του Κακού, μια συλλογή η οποία όταν κυκλοφόρησε, το 1857, προκάλεσε τέτοιες αντιδράσεις που ο Baudelaire καταδικάστηκε για προσβολή της δημοσίας αιδούς, και έξι από τα ποιήματα του απαγορεύτηκαν. Μάλιστα, η εφημερίδα Le Figaro έγραφε λίγο μετά την κυκλοφορία του βιβλίου: «Σε ορισμένα σημεία αμφιβάλλουμε για την πνευματική υγεία του Κου Baudelaire. Όμως ορισμένα άλλα δεν μας επιτρέπουν περαιτέρω αμφιβολίες. Κυριαρχεί, ως επί το πλείστον, η μονότονη και επιτηδευμένη επανάληψη των ίδιων πραγμάτων, των ίδιων σκέψεων. Η αηδία πνίγει την αχρειότητα—για να την καταπολεμήσει σμίγει με το μόλυσμα».

Σήμερα, ο Baudelaire συγκαταλέγεται μεταξύ των κορυφαίων ποιητών της Γαλλίας αλλά και της παγκόσμιας λογοτεχνίας, με το όνομά του να βρίσκεται μεταξύ των Κλασικών. «Ο Baudelaire είναι ο πρώτος οραματιστής, ο βασιλεύς όλων των ποιητών, ένας θεός» είπε γι’ αυτόν ο νεαρός Rimbaud ενώ χαρακτηρίστηκε «Δάντης μιας παρηκμασμένης εποχής».

Στὸν ἀναγνώστη Ἡ ἀνοησία, τ᾿ ἁμάρτημα, ἡ ἀπληστία κι ἡ πλάνη κυριεύουνε τὴ σκέψη μας καὶ φθείρουν τὸ κορμί μας, κι εὐχάριστα τὶς τύψεις μας θρέφουμε στὴν ψυχή μας, καθὼς ποὺ θρέφουν πάνω τους τὶς ψεῖρες οἱ ζητιάνοι.

Στὰ μετανιώματα ἄναντροι κι ἁμαρτωλοὶ ὡς τὴν ἄκρια, ζητᾶμε πληρωμὴ ἀκριβὴ γιὰ κάθε μυστικό μας καὶ ξαναμπαίνουμε εὔκολα στὸ βοῦρκο τὸν παλιό μας, θαρρώντας πὼς ξεπλένεται μὲ τὰ δειλά μας δάκρυα.

Πάνω ἀπ᾿ τὸ προσκεφάλι μας ὁ Σατανᾶς γερμένος πάντα στὰ μάγια τοῦ κακοῦ τὸ νοῦ μας νανουρίζει, τὴ πιὸ ἀτσαλένια θέληση μεμιᾶς τὴν ἐξατμίζει, αὐτὸς ὁ Μέγας χημικός, ὁ Τετραπερασμένος.

Ὁ Διάολος, τὸ νῆμα αὐτὸς κρατᾶ ποὺ μᾶς κουνᾶ! Τὰ πράματα τὰ βρωμερὰ πιότερο τ᾿ ἀγαπᾶμε, κι ὅλο καὶ πρὸς τὴ Κόλαση κάθε στιγμὴ τραβᾶμε, μὲ δίχως φρίκη, ἀνάμεσα στὸ σκότος ποὺ βρωμᾶ.

Σὰν τὸ φτωχὸ ξεφαντωτὴ ποὺ πιπιλᾶ μὲ ζάλη μιᾶς παλιᾶς πόρνης ἀγκαλιὰ πολιομαρτυρισμένη, κλεφτάτα ἁρπάζουμε κι ἐμεῖς καμιὰ ἡδονὴ θλιμμένη, ποὺ τήνε ξεζουμίζουμε σὰ σάπιο πορτοκάλι.

Σὰν ἕνα ἑκατομμύριο σκουλήκια, μυρμηγκώντας, μὲς στὸ μυαλό μας κραιπαλοῦν τοῦ Δαίμονα τὰ πλήθη, κι ὅταν ἀνάσα παίρνουμε, ὁ Θάνατος στὰ στήθη σὰν ἄϋλος ποταμὸς κυλᾶ, σιωπηλὰ θρηνώντας.

Ἂν τὸ φαρμάκι κι ἡ φωτιὰ κι ἡ βιὰ καὶ τὸ μαχαίρι δὲν ἔχουνε τὰ φανταχτὰ κεντίδια ἀκόμα κάνει στὸ πρόστυχο τῆς μοίρας μας ἄθλιο καραβοπάνι, εἶναι ποὺ λείπει ἀπ᾿ τὴ ψυχὴ τὸ θάρρος κι ἀπ᾿ τὸ χέρι.

Μὰ μὲς στὶς σκύλες, τοὺς σκορπιούς, τὰ φίδια, τὰ τσακάλια, τοὺς πάνθηρες, τοὺς πίθηκους, τοὺς γύπες, τὰ θηρία ποὺ γρούζουν, σέρνουνται, ἀλυχτοῦν κι οὐρλιάζουν μὲ μανία μέσ᾿ στῶν παθῶν μας τὸ κλουβί, προβαίνει ἀγάλια, θεριὸ πιὸ βρώμικο, κακό, τὴν ἀσκημιὰ νὰ δείξει!

Κι ἂ δὲ σαλεύει κι οὔτε ἀκούει κανένας τὸ οὐρλιαχτό του, ὅλη γῆς θὰ ρήμαζε, καὶ στὸ χασμουρητό του θὰ ῾θελε νὰ κατάπινε τὸν κόσμο -αὐτὸ ῾ναι ἡ πλήξη!- πού, μ᾿ ἕνα δάκρυ ἀθέλητο στὰ μάτια τῆς κοιτάζεις, καθὼς καπνίζει τὸν οὐκᾶ, κρεμάλες νὰ στυλώνει.

Καὶ ξέρεις, ἀναγνώστη, αὐτὸ τὸ τέρας πῶς δαγκώνει! Ὦ ἀναγνώστη ὑποκριτή, ἀδέρφι ποὺ μοῦ μοιάζεις!

Charles Baudelaire

Βενετία Μακρυνώρη




Δεν γίνεται κάθε μέρα να σκουντουφλάμε
-Ακούς;
Θα ζητήσω να έρθει μιά μέρα που θα πετάξουμε .




VENNIS MAK




Κυριακή 2 Σεπτεμβρίου 2012

Μάνος Κατράκης :



Ζ ω ή    σ α ν


( δ ύ σ κ ο λ ο )


π α ρ α μ ύ θ ι


Ο Μάνος Κατράκης γεννήθηκε στις 14 Αυγούστου του 1908 στην Κρήτη και συγκεκριμένα
στο Καστέλι Κισσάμου και ήταν το μικρότερο από τα πέντε παιδιά του έμπορου Χαράλαμπου
Κατράκη  και της συζύγου του Ειρήνης . Η οικογενειά του αποφασίζει να μετακομίσει στην
Αθήνα , πριν ο μικρός Μάνος συμπληρώσει την πρώτη δεκαετία της ζωής του αφού οι
δουλειές του πατέρα του δεν πήγαιναν καλά στο νησί με την ελπίδα για μια καλύτερη τύχη .
Ο βενιαμίν της οικογένειας έδειξε από μικρός την αγάπη του για το ποδόσφαιρο και μάλιστα
γράφτηκε ως έφηβος στην ομάδα του Κεραυνού ( και αργότερα του Αθηναικού ) .΄Αφησε ,
 όμως , τις προπονήσειςκαι τους αγώνες αφού η ζωή τον ανάγκασε να βγει στη βιοπάλη 
από μικρός . Το τεράστιο υποκριτικό του ταλέντο δεν έμεινε για καιρό κρυφό και έτσι πριν
καν συμπληρώσει τα 20 του χρόνια , ανεβαίνει για πρώτη φορά στο σανίδι . 
Ο σκηνοθέτης , Κώστας Δελούδας είναι αυτός που καταλαβαίνει πρώτος την αξία του
νεαρού τότε Κατράκη και θα τον καλέσει να παίξει στην ταινία << Το λάβαρο του 1821>>
με την οποία ο Κατράκης έκανε το κινηματογραφικό του ντεμπούτο το 1928 . Μετά από
μια τριετία συνεχών εμφανίσεων στο σανίδι με διαφόρους θιάσους , ανοίγει ( το 1931 )
για τον Κατράκη η πόρτα του Εθνικού Θεάτρου και παράλληλα ο δρόμος προς την 
καταξίωση . Μετά από μία διετία , αποχωρεί από το Εθνικό και παίζει κατά σειρά 
με τους θιάσους των Λουδοβίκου Λούη , Μήτσου Μυράτ , Βασίλη Αργυρόπουλου ,
Μαρίκας Κοτοπούλη πριν επιστρέψει το 1935 και πάλι στο Εθνικό . Πραγματοποιεί και 
τον πρώτο του γάμο με την ηθοποιό , ΄Αννα Λώρη το 1933 , είναι όμως ένας γάμος που
θα διαλυθεί σχετικά σύντομα . Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής έρχεται ένας
δεύτερος γάμος που επίσης δεν ορθοποδεί ενώ συμβαίνει και ένα δραματικό γεγονός
που τον σημαδεύει ανεξίτηλα : χάνει τα δίδυμα παιδιά του κατά τη διάρκεια της γέννηση
τους . Εντάσσεται στο ΕΑΜ και το ΚΚΕ ενώ με την απελευθέρωση επιστρέφει στο
Εθνικό Θέατρο ( πριν ήταν στο Κρατικό θέατρο Θεσσαλονίκης στην ίδρυση του οποίου
συνέβαλε τα μέγιστα ) . Το 1946 , όμως , καλείται να υπογράψει  << δήλωση μετάνοιας >>
και καθώς αρνήται , εξορίζεται ... Ο μεγάλος ηθοποιοός έμεινε στην εξορία μέχρι το 1952 ,
ζώντας εξόριστος διαδοχικά σε Ικαρία , Μακρόνησο και ΄Αγιο Ευστράτιο . Εκεί γνωρίζει
και συνδέεται με στενή φιλία με εξέχουσες πνευματικές προσωπικότητες όπως ο Γιάννης
Ρίτσος και Γιάννης Χοντζέας ενώ οι μαρτυρίες της εποχής τον θέλουν να έχει το ηθικό
ατσαλάκωτο και ναπροσπαθεί να εμψυχώσει όσους συναντούσε στους τόπους της εξορίας .
Επιστρέφει στην Αθήνα με το μετεμφυλιακό κλίμα να είναι ακόμη βαρύ κάτι που στην αρχή
του κλείνει τις περισσότερες πόρτες . Με επιμονή , καταφέρνει να επιστρέψει στο θέατρο
και το 1953 οργανώνει τον πρώτο δικό του θίασο . Από το 1954 είναι πρωταγωνιστής του
<< Θεάτρου Αθηνών >> και από το επόμενο έτος του Εθνικού Λαικού Θεάτρου >> , στο
οποίο ανέβαιναν συνεχώς παραστάσεις με μεγάλη επιτυχία . Στα 1954 θα γνωρίσει την
πιο σημαντική σύντροφο της ζωής του και μετέπειτα σύζυγό του ( τρίτη και τελευταία ) ,
τη Λίντα ΄Αλμα  μετά από μία θεατρική πρεμιέρα . Από εκείνη τη μέρα και μετά δε θα τους
χωρίσει τίποτα , μονάχα ο θάνατος του μεγάλου ηθοποιού , τριάντα χρόνια αργότερα .
Ο Κατράκης , καθιερωμένος πια στη συνείδηση όλων ως μεγάλος της τέχνης , συνεχίζει
επί σειρά ετών να υπηρετεί με αγάπη και σεβασμό το θέατρο . Παράλληλα , ασχολείται
και με τον κινηματογράφο , ερμηνεύοντας ρόλους που είναι μέχρι και σήμερα αξέχαστοι ...
Τελευταία τανία που πρωταγωνίστησε ήταν το << Ταξίδι στα Κύθηρα >> του Θόδωρου
Αγγελόπουλου . Λίγο μετά την ολοκλήρωση των γυρισμάτων , άφησε την τελευταία του
πνοή σε ηλικία 76 ετών . Σαν σήμερα , 2 Σεπτέμβρη 1984 .


Το ΧΩΝΙ
2 .9 .2012