Η ΄Ανοιξη βομβαρδισμένη
απ' τα έγχρωμα κουνούπια του Demerara
.

Ο ΄Ηλιος διαβάζει ποιητικά

περιττώματα στη Σόλωνος


Οι διανόηση χειροκροτεί

υποτακτικές κυβερνήσεις

και


η ποιητική νομενκλατούρα
θ' αποφανθεί :

Διογένη Γαλήνη
δεν είσαι ποιητής

21.05.2012

Σάββατο, 27 Οκτωβρίου 2012

Jorge Luis Borges : Buenos Aires

De Siete noches, noche quinta: ¿Qué es la poesía?. - Entre junio y agosto de 1977, Jorge Luis Borges pronunció siete conferencias en el Teatro Coliseo de Buenos Aires: La Divina Comedia, La pesadilla, El libro de las mil y una noches, El budismo, ¿Qué es la poesía?, La cábala, y La ceguera.

¿Qué será Buenos Aires?

Es la Plaza de Mayo a la que volvieron, después de haber guerreado en el continente,

 hombres cansados y felices.Es el dédalo creciente de luces que divisamos desde el avión y bajo el cual están la azotea, la vereda, el último patio, las cosas quietas.

Es el paredón de la Recoleta contra el cual murió, ejecutado, uno de mis mayores.

Es un gran árbol de la calle Junín que, sin saberlo, nos depara sombra y frescura.

Es una larga calle de casas bajas, que pierde y transfigura el poniente.

Es la Dársena Sur de la que zarpaban el Saturno y el Cosmos.

Es la vereda de Quintana en la que mi padre, que había estado ciego, lloró porque veía las antiguas estrellas.Es una puerta numerada, detrás de la cual, en la oscuridad, pasé diez días y diez noches, inmóvil, días y noches que no son en la memoria un instante.Es el jinete de pesado metal que proyecta desde lo alto su serie cíclica de sombras.Es el mismo jinete bajo la lluvia.

Es una esquina de la calle Perú, en la que Julio César Dabove nos dijo que el peor pecado que puede cometer
un hombre es engendrar un hijo y sentenciarlo a esta vida espantosa.
Es Elvira de Alvear, escribiendo en cuidadosos cuadernos una larga novela, que al principio estaba hecha de
palabras y al fin de vagos rasgos indescifrables.
Es la mano de Norah, trazando el rostro de una amiga que es también el de un ángel.
Es una espada que ha servido en las guerras y que es menos un arma que una memoria.
Es una divisa descolorida o un daguerrotipo gastado, cosas que son del tiempo.
Es el día en que dejamos a una mujer y el día en que una mujer nos dejó.
Es aquel arco de la calle Bolívar desde el cual se divisa la Biblioteca.
Es la habitación de la Biblioteca, en la que descubrimos, hacia 1957, la lengua de los ásperos sajones, la
lengua del coraje y de la tristeza.
Es la pieza contigua, en la que murió Paul Groussac.
Es el último espejo que repitió la cara de mi padre.
Es la cara de Cristo que vi en el polvo, deshecha a martillazos, en una de las naves de la Piedad.
Es una alta casa del Sur en la que mi mujer y yo traducimos a Whitman, cuyo gran eco ojalá resuene en esta página.
Es Lugones, mirando por la ventanilla del tren las formas que se pierden y pensando que ya no lo abruma el deber de traducirlas para siempre en palabras, porque este viaje será el último.
Es, en la deshabitada noche, cierta esquina del Once en la que Macedonio Fernández, que ha muerto, sigue
explicándome que la muerte es una falacia.
No quiero proseguir; estas cosas son demasiado individuales, son demasiado lo que son, para ser también Buenos Aires.
Buenos Aires es la otra calle, la que no pisé nunca, es el centro secreto de las manzanas, los patios últimos,
es lo que las fachadas ocultan, es mi enemigo, si lo tengo, es la persona a quien le desagradan mis versos
(a mí me desagradan también), es la modesta librería en que acaso entramos y que hemos olvidado, es esa
racha de milonga silbada que no reconocemos y que nos toca, es lo que se ha perdido y lo que será, es lo
ulterior, lo ajeno, lo lateral, el barrio que no es tuyo ni mío, lo que ignoramos y queremos.



http://www.cuentosyfabulas.com.ar/2010/02/poemas-buenos-aires-jorge-luis-borges.html 

Παρασκευή, 26 Οκτωβρίου 2012

Sylvia Plath : Χειμωνιάζει


ΧΕΙΜΩΝΙΑΖΕΙ


Sylvia Plath is interviewed by Peter Orr of The British Council - 30th October 1962.


Αυτή είναι η ήρεμη εποχή , τίποα δεν συμβαίνει .
΄Εχω περιστρέψει τον εξολκέα της μαμής
΄Εχω το μέλι μου
Έξι βάζα
΄Εξι γατίσια μάτια στο κελάρι

Ξεχειμωνιάζουν στο σκοτάδι χωρίς παράθυρο
Στη καρδιά του σπιτιού
Δίπλα στου τελευταίου ενοίκου την ταγκή μαρμελάδα
Και τα μπουκάλια με τις λάμψεις -
Το τζιν του κυρίου Τάδε .

Σε αυτό το δωμάτιο ποτέ δεν έχω μπει .
Σε αυτό το δωμάτιο μου κόβεται η αναπνοή .
Η μαυρίλα συγκεντρώνεται εκεί σαν τσαμπί από νυχτερίδες ,
Καθόλου φως
Μόνο το αμυδρό φέγγος του φακού

Κινέζικο κίτρινο πάνω σε πράγματα αποκρουστικά -
Μαύρη αναισθησία . Φθορά .
Κατοχή .
Αυτά όμως με κατέχουν .
Δεν είναι σκληρά ούτε αδιάφορα ,
Μόνο αδαή .
Αυτή είναι η εποχή της αναμονής για τις μέλισσες - τις μέλισ -
σες
Τόσο σιγανές που μόλις και τις ακούω
Παρελαύνουν σαν στρατιώτες
Προς την κονσέρβα με το σιρόπι

Να αναπληρώσουν το μέλι που τους έκλεψα .
Το σιρόπι τις συντηρεί ,
Το ραφινάτο χιόνι .
Ζουν με σιρόπι τώρα αντί για λουλούδια ...
Το πίνουν . Το κρύο εγκαθίσταται .

Τώρα γίνονται μια μπάλα ,
Μαύρος
Νους ενάντια σε τόση λευκότητα .
Το χαμόγελο του χιονιού είναι λευκό .
Ξεδιπλώνεται , ένα μίλι μακρύ πορσελάνινο σώμα ,

Μέσα του τις θερμές μέρες
Δεν μπορούν παρά να μεταφέρουν τους νεκρούς τους .
Οι μέλισσες είναι όλες γυναίκες ,
Δούλες και η μακρόστενη βασιλική δέσποινα .
Ξεφορτώθηκαν όλους τους άντρες ,
Τους χαζούς , αδέξιους , σκουντούφληδες , τους άξεστους .
Ο χειμώνας είναι για τις γυναίκες -
Η γυναίκα ακίνητη , πλέκοντας ,
Με συνοδεία το λίκνισμα ισπανικής καρύδιάς ,
Το κορμί της ένας βολβός μέσα στο ψύχος , χωρίς μυαλό για να
σκεφτεί .

Θα επιζήσει η κυψέλη , θα καταφέρουν οι γλαδιόλες
Να καταθέσουν τις φλόγες τους
Για να εισέλθουν στην επόμενη χρονιά ;
Τι γεύση θα έχουν τα ρόδα των Χριστουγέννων ;
Οι μέλισσες πετούν . Γεύονται την άνοιξη .


SYLVIA PLATH 
ποιήματα
ΚΕΔΡΟΣ
σ . -132 , 133 , 134 -

Μετάφραση
Κατερίνα και Ελένη
Ηλιοπούλου




 Wintering





This is the easy time, there is nothing doing.
I have whirled the midwife's extractor,
I have my honey,
Six jars of it,
Six cat's eyes in the wine cellar,

Wintering in a dark without window
At the heart of the house
Next to the last tenant's rancid jam
and the bottles of empty glitters ----
Sir So-and-so's gin.

This is the room I have never been in
This is the room I could never breathe in.
The black bunched in there like a bat,
No light
But the torch and its faint

Chinese yellow on appalling objects ----
Black asininity. Decay.
Possession.
It is they who own me.
Neither cruel nor indifferent,

Only ignorant.
This is the time of hanging on for the bees--the bees
So slow I hardly know them,
Filing like soldiers

To the syrup tin

To make up for the honey I've taken.
Tate and Lyle keeps them going,
The refined snow.
It is Tate and Lyle they live on, instead of flowers.
They take it. The cold sets in.

Now they ball in a mass,
Black
Mind against all that white.
The smile of the snow is white.
It spreads itself out, a mile-long body of Meissen,

Into which, on warm days,
They can only carry their dead.
The bees are all women,
Maids and the long royal lady.
They have got rid of the men,

The blunt, clumsy stumblers, the boors.
Winter is for women ----
The woman, still at her knitting,
At the cradle of Spanis walnut,
Her body a bulb in the cold and too dumb to think.

Will the hive survive, will the gladiolas
Succeed in banking their fires
To enter another year?
What will they taste of, the Christmas roses?
The bees are flying. They taste the spring.

http://www.americanpoems.com/poets/sylviaplath/1461 
 

Πέμπτη, 25 Οκτωβρίου 2012

Το πνευματικό κατεστημένο






Η συγγραφέας Ιουστίνη Φραγκούλη Αργύρη
στην << Απογευματινή >> της Κυριακής :
<< Δε νομίζω πως διαθέτει χρόνο το κατεστη-
μένο για να διαβάσει κείμενα συγγραφέων ,
που είναι εκτός κυκλώματος .
Με λύπη διαπιστώνω μέσω του ΄Ιντερνετ
ότι τα ίδια πρόσωπα γράφουν για τα ίδια
προσωπα και το λιβάνισμα έχει γίνει τέχνη .
Γιατί να προσέξουν οι , ούτος ειπείν , κριτικοί
τα κείμενα ενός βιβλίου καταναλωτικής λογοτεχνίας ;
Δυστυχώς , η εσωστρέφεια του λογοτεχνικού
κόσμου της Ελλάδας είναι επιδημική και γι'αυτό
ελάχιστοι ΄Ελληνες συγγραφείς μεταφράζονται
στο εξωτερικό . Δεν μπορούν να σπάσουν το φράγμα ... >>




Γενιά μου ανάπηρη κοίτα σε μένα
την κατάντια σου σα σε καθρέφτη και
χειρονόμα όπως εγώ με δίχως χέρια
δίχως ασπίδα δίχως αύριο
ΛΕΦΤΕΡΗΣ  ΠΟΥΛΙΟΣ



΄Οταν η νύχτα
γεννάει
νύχτα
και
το
μηδέν
παράγει
μηδενικά
σε
ρείθρο
της
Σόλωνος
αποστεωμένη
ποίηση
τραγουδάει
και
Ο
Χαρούλης
Βραβεύει
Κωστάκη
Ο Κωστάκης
Βραβεύει
Κικίτσα
Η Κικίτσα
Βραβεύει
Αντώνη
Ο Αντώνης
Βραβεύει
Θανάση
Ο Θανάσης
Βραβεύει
Γιάννη
Λευτέρη
Γιώργο
κου λου που
κου λου που
και 
η 
ποίηση
αγάπη 
μου
με τόσο
γλείψιμο
γλίστρησε
έξω
από
τη 
ρίμα 

Διογένης Γαλήνης
15-8-2011

΄Ολα τα ποιήματα του Διογένη Γαλήνη Εδώ :estrechogv.blogspot.gr/

 

Johannes R. Becher



ΕΙΜΑΙ   ΓΕΡΜΑΝΟΣ




Becher in Berlin 1951


Johannes Robert Becher (b May 22, 1891 in Munich; d October 11, 1958 in Berlin)


Είμαι Γερμανός . Μα ξέρω : Το να είμαι Γερμανός -
Δεν σημαίνει να βασανίζομαι στο μισοσκόταδο .
Από τους Γερμανούς αυτούς ο κόσμος ν'απαλλαγεί -
Να πιο είναι το ανώτερο καθήκον του ποιητή .

Μετάφραση : Αδαμαντίου Παναγιώτα


Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2012

Jorge Guillén



ΚΟΣΜΟΣ ΔΙΧΩΣ ΚΩΔΙΚΑ



Escultura de Jorge Guillén en los jardines del Poniente de Valladolid.



Μια βουτιά στην πηγή της ζωής
σίγουρη παρηγοριά .

ΟΥΝΑΜΟΥΝΟ


Ξαφνικά
χωρίς να το θέλω
παρουσιάζομαι . Δεν είμαι ένα φάντασμα !
Σιγά-σιγά ανακαλύπτομαι
σε μια θολούρα μέσα που πυκνώνει
αυτή μου τη νωχέλεια
παντού όπου υπάρχω . Εγώ . Ζεστός πολτός
κουβαριασμένος στο σκοτάδι .
Στη σιωπή αυτή μέσα υψώνονται
ψιθυρισμοί : Η σιωπή μου .
Μες στην ομίχλη , μέσα στα σεντόνια
μένει μια βεβαιότητα
υποτυπώδης . Το είναι μου
βουλιάζει μέσα στον εαυτό μου .  Υπάρχω .
Ευχάριστη υπνηλία .
Τι γλυκό που είναι να επιδιώκεις ,
να επιμένεις ! ΄Αγρυπνη
ορθή η ψυχή μου πάντοτε ,
μ'ακολουθεί στον ύπνο
χωρίς να παρουσιάζεται
στη λήθη μου . Τέλειο κι'από μακριά
μέσα στον έσχατο ύπνο
κυττάει το βλέμμα κι'ενθυμείται .
Νυσταγμένη μάζα ,
ναι , αναπαύου όπως
πάντοτε . Ναι τελειότης
της καθημερινής ζωής .
Να υπάρχεις . Χωρίς θέληση 
να κεινείσαι
την αθωότητά σου εγκαταλείποντας
μες στη νυχτερινή εξοχή απροστάτευτη ,
κρεμασμένα τόσα άστρα
πάνω στο προσκεφάλι σου .
Κι 'οι ώρες που δεν ξέραν ,
μοναχικές , ότι κοιμάσαι ,
τρυφερά αγαπάν
την ξεγνοιασιά σου που ανυψώνεται σε μια
τόσο γαληνεμένη κλίμακα
και τόσο σίγουρη , με τέτοιαν ηρεμία ,
όμοια σαν ένας έρωτας ανάμεσα
στα πράγματα και στο σκοτάδι .
Κι 'η αναπνοή ,
- υπάρχει βέβαια κάτι απ'τη γαλήνη σου
μέσα στην αστερόεσσα νύχτα -
ζητά νάρθεί σε μι'αρμονία
με του πλανήτη το ρυθμό
που όσο νάναι κλονίζει
την ήσυχη και ειρηνική
κι 'άγρυπνη αυτή σου μοναξιά .
Κι ενώ ο σφυγμός σου επιμένει
να δίνει το ρυθμό του και στ'αστέρια ,
μες στους κροτάφους , μες στο στήθος σου
αδιάκοπα χτυπώντας
μια ζωική υπομονή
τρυπάει τα ερέβη . Ειρήνη !
 
Μετάφραση : W .

Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2012

Salvatore Quasimodo : Μιλάνο , Αυγουστος 1943




Του κάκου ψάχνεις μες στον κουρνιαχτό ,
φτωχό μου χέρι , η πόλη έχει πεθάνει .
΄Εχει πεθάνει : Ακούστηκε η στερνή της βουή
στα σπλάχνα του Ναβίλιο και το αηδόνι
έπεσε απ'της μονής την αψηλή κεραία ,
όπου τραγούδαε πριν ο ήλιος βασιλέψει .

Μη στις αυλές ανοίγετε πηγάδια :
Οι ζωντανοί πια τώρα δε διψάνε .
Μη τους μελανιασμένους , τους πρησμένους
αγγίζετε νεκρούς : στο χώμα των σπιτιών τους
αφήστε τους : η πόλη έχει πεθάνει , έχει πεθάνει .

Μετάφραση : Κούλη Αλέπη

Τετάρτη, 17 Οκτωβρίου 2012

Adolfo Casais Monteiro



ΓΚΡΕΜΙΣΜΕΝΑ ΦΡΟΥΡΙΑ



Ψηλά φρούρια σπαραγμένα
ονείρων που διαψεύστηκαν
- απέραντα μνημεία
από άγνωστα χέρια πλασμένα -
σκεπάζουν τη γη .
Πάνω στα συντρίμμια
εποχή καινούργια γεννιέται .
Με το διάβα του χρόνου
χαλάσματα μεγαλόπρεπα
ονείρων απροσμέτρητων
μοιάζουν κόκκος άμμου ,
μικρός κι 'ανάλαφρος ,
λάφυρο του αγέρα .


Μετάφραση :
Σοφία Εμμ. Χατζιδάκη
 




Πέμπτη, 11 Οκτωβρίου 2012

Robert Burns



 Ωδή σ'ένα ποντίκι*


Robert Burns 25 Jan 1759 - 21 Jul 1796



Μικρό γιαλιστερό γιαλιστερό ζωάκι
οπού φοβάσαι όλο και ζαρώνεις ,
μην τρέχεις να γλυτώσεις από μένα
με βιάση τόση !
Δε σε χτυπά το φτυάρι μου και δε μπορεί
να σε σκοτώσει !

Πολύ λυπάμαι που οι άνθρωποι εχτροί
γίναν σ'όλα τα πλάσματα της φύσης ,
ώστε να σκέφτεσαι τόσο κακά γι'αυτούς
και να φοβάσαι εμένα
πούχω απ'το χώμα γεννηθεί θβητός
καθώς εσένα .

Ξέρω πως κάθε τόσο , φτωχό , κλέβεις
κανένα ψίχουλο , πρέπει να ζήσεις !
Αν κάποιο στάχι πούπεσε μου πήρες
σπουδαίο δεν είναι .
Το στάχι αυτό γούρι θα φέρει , κι'άλλα
στάχια μεγάλα .

Σου γκρέμισα το τοσοδούλι σου σπιτάκι
τους παιχνιδότοιχούς του πήρε ο αέρας
και δεν υπάρχουν χλωρά μούσκλα άλλο να χτίσεις
κι'οι άνεμοι
χύμηξαν κιόλας , παγεροί σε ζώνουν
και σε δαγκώνουν .

Είχες δει τα χωράφια γυμνά κι'άδεια
κι'ένιωθες νάρχερτ 'ο κακός χιμώνας
έλπιζες βολεμένο στο νοικοκυριό σου
καλά να τον περνούσες .
Μα τρακ ! τ'αλύπητο υνί σε μια στιγμούλα μόνη
σε ξεσπιτώνει .

Πόσον καιρό ροκάνιζες για να τον στήσεις
κειο το μικρό σωρό τα καλαμοφυλλάκια .
Τώρα σε διώξαν , και δε φτάνει ο πόνος
μα δε θάχεις σπίτι
σαν πάρει στα χωράφια και το στρώνει
πάχνη και χιόνι .

Μα τυφλοπόντικα , δεν είσαι μόνος
που δείχνει πως η πρόνοια μάταιη είναι .
Τα πι' όμορφα σχέδια και ποντικών κι ανθρώπων
συχνά σωροί συντρίμια
κι'η υπόσχεση αντί χαρές μας δίνει μόνο
πλήξη και πόνο .

Και πάλι , ω ποντικέ , από με πιο ευτυχισμένος είσαι !
γιατί μονάχα τωρινά κακά σε βασανίζουν ,
ενώ εγώ , το μάτι αν στρέψω πίσω
πληγές στάζουν θ'αντικρύσω .
Κι 'αν μπρος κοιτάξω , τρέμω για ό,τι
μαντεύω νάρχεται κατόπι .

( *) Ο πραγματικός τίτλος του ποιήματος είναι : << Σε ένα
ποντίκι που του πέταξα στον αέρα τη φωλιά με το αλέτρι >> . 

Μετάφραση : Ρίτα Μπούμπη Παππά



Small, crafty, cowering, timorous little beast,
O, what a panic is in your little breast!
You need not start away so hasty
With argumentative chatter!
I would be loath to run and chase you,
With murdering plough-staff.
I'm truly sorry man's dominion
Has broken Nature's social union,
And justifies that ill opinion
Which makes thee startle
At me, thy poor, earth born companion
And fellow mortal!
I doubt not, sometimes, but you may steal;
What then? Poor little beast, you must live!
An odd ear in twenty-four sheaves
Is a small request;
I will get a blessing with what is left,
And never miss it.
Your small house, too, in ruin!
Its feeble walls the winds are scattering!
And nothing now, to build a new one,
Of coarse grass green!
And bleak December's winds coming,
Both bitter and keen!
You saw the fields laid bare and wasted,
And weary winter coming fast,
And cozy here, beneath the blast,
You thought to dwell,
Till crash! the cruel plough passed
Out through your cell.
That small bit heap of leaves and stubble,
Has cost you many a weary nibble!
Now you are turned out, for all your trouble,
Without house or holding,
To endure the winter's sleety dribble,
And hoar-frost cold.
But little Mouse, you are not alone,
In proving foresight may be vain:
The best laid schemes of mice and men
Go often awry,
And leave us nothing but grief and pain,
For promised joy!
Still you are blest, compared with me!
The present only touches you:
But oh! I backward cast my eye,
On prospects dreary!
And forward, though I cannot see,
I guess and fear!

To_a_Mouse 

Παρασκευή, 5 Οκτωβρίου 2012

[ Ταξιδεύω σ'ένα ξέφραγο αμπέλι ...] ( αφιερωμένο )

πριν 22 χρόνια κύριε πρωθυπουργέ ...



Διαβατήριο επήρα απ' τον Καιάδα
και κάνω ένα ταξίδι στη Ελλάδα
Βλέπω στο μπαλκόνι τη Θοδώρα
οι μάγοι να μοιράζονται τα δώρα
την Επάρατο να έχουνε καπέλο
και ο ΄Ηλιος τσάρκα σε μπορντέλο
το αστέρι να λουφάζει στη γωνία
τραγουδάει μ' ένα βάρδο  ''αγωνία''.

Είμαι ο παρθενικός υμένας
της μέρας που δε γνώρισε κανένας .
Τραγουδιστής από τους λίγους
για τα παιδιά και τους κολλίγους .

Οι άνθρωποι γλεντάνε στα μπουζούκια
να ξεχάσουν της ημέρας τα παλούκια
της κάλπης να πληρώνουν το χαράτσι
και μαγνητόφωνα να κλέβουνε οι μπάτσοι
οι αφίσες σα σκυλιά να μου γελάνε
τα παιδάκια με τις σύριγγες μιλάνε
τα δέντρα πολυτέλεια στο δάσος
κι αποφράξεις του άστεως ''Ο ΑΣΣΟΣ''.

Είμαι ο παρθενικός υμένας
της μέρας που δε γνώρισε κανένας .
Τραγουδιστής από τους λίγους
για τα παιδιά και τους κολλίγους .

Το τσιγάρο πως βλάπτει την υγεία
να ειδοποιούν τ' αρμόδια υπουργεία .
Φούμαρα πουλάνε οι φυλλάδες .
Κι έχουν στερέψει από γάλα οι μανάδες .
Τους εργάτες έχουν βάλει σε πακέτο .
Οι εργοδότες απειλούνε με λουκέτο .
Και ταξιδεύω σ' ένα ξέφραγο αμπέλι
που η ακρίδα τους έφαγε το μέλι .



Γραμμένο στο αγκυροβόλιο του
Maracaibo 1990


Γιώργος Βλάχος
Μέσα στης ζωής το τετραβάγγελο